ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΤΟΥ ΜΟΡΦΩΤΙΚΟΥ & ΕΚΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ

Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2011

Η Σωτήρα του χθές...

Με βάση τα λεγόμενα των γερόντων, και τα γραφόμενα από διάφορους ερευνητές ιστορικούς, το χωριό σχηματίστηκε γύρω από τον ναό της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος (πιθανό μετόχι της Μονής Αγίου Γεωργίου των Ζαβλαντίων) ο οποίος χτίστηκε περίπου κατά το 1500 μ.χ. Η εκκλησία είναι τρίκλιτη βασιλική με υπερυψωμένο το μεσαίο κλίτος. Τα κλίτη διαιρούνται μεταξύ τους με καμάρες όπως και το ιερό από τον κυρίως ναό. Είναι εμπλουτισμένο εσωτερικά με τοιχογραφίες (17 αιώνας) οι οποίες έχουν αλλοιωθεί με το πέρασμα του χρόνου. Μια επιγραφή στην ανατολική πλευρά του νάρθηκα αναφέρει ότι: «Ιστορήθη ο θείος πάνσεμνος ναός της Μεταμορφώσεως εις δεξιόν μέρος του καθολικού 1847 Οκτωβρίου 23». Όπως αναφέρεται σε διάφορες βιβλιογραφίες ήταν μοναστήρι, άποψη που ενισχύεται από το γεγονός ότι δεν γινόταν εντός αυτού κανένας γάμος. Αρχικά δεν επιτρεπόταν να εκκλησιάζονται γυναίκες, αλλά αργότερα έγινε προσθήκη γυναικωνίτη. Λένε ότι το 1910 πέθανε ο τελευταίος καλόγερος που λειτουργούσε στο μοναστήρι.
Δίπλα από το μοναστήρι και στη θέση της καινούργιας εκκλησίας η οποία άρχισε να χτίζεται το 1962 και λειτούργησε το 1970 ήταν χτισμένο το πρώτο σχολείο του χωριού, κι ένας στάβλος πλινθόκτιστος. Πίσω από το μοναστήρι ήταν το νεκροταφείο και το οστεοφυλάκιο που μεταφέρθηκαν στη σημερινή τους θέση το 1968. Το υπόλοιπο οικόπεδο, νότια, ήταν φυτεμένο με σκαμνιές, εκεί λέγαμε τα ποιήματα και τα σκετσάκια στις σχολικές εορτές. Μπροστά στο δρόμο ήταν ένα πέτρινο κτίσμα που χρησιμοποιήθηκε κατ αρχάς ως χώρος διαμονής (κελιά) και αργότερα ως εστιατόριο όπου γινόταν η διανομή του συσσιτίου στα παιδιά του δημοτικού. Το 1953-4 κτίστηκε το καινούργιο πέτρινο σχολείο, που λειτουργεί ως σήμερα.
Στη διαθήκη (1484) του Ομέρ Βέη γιού του Τουραχάν Βέη αναφέρεται: «το σύνολο τριών βρύσεων ή ομμάτων εξ αλευρομύλου εν τη αυτή περιφερεία (οικοδομή, κειμένου εν τω χωρίω Σατήρα (Σωτήρα) και στρεφομένων δια του ύδατος Ράψης (Ράξης)». Συμπερασματικά το χωριό και το μοναστήρι υπήρχαν από τον 150 αιώνα. Και όπως αναφέρεται παραπάνω, υπήρχε κι ένας αλευρόμυλος μάλλον δίπλα στην πέτρινη καμάρα (ανάμεσα παλιοκάμαρας και γέφυρας) που κινούνταν με νερό προερχόμενο από τη Ράξα.
Ένα αξιοσημείωτο και άξιο έρευνας γεγονός που διηγούνται οι παλιοί είναι ότι κατά την εκσκαφή των θεμελίων της καινούργιας εκκλησίας καθώς και των απέναντι σπιτιών (του Λάμπρου Μπιζή, και των Στραπατσαίων) βρέθηκαν αρκετοί σκελετοί που το ύψος τους ξεπερνούσε τα δύο μέτρα στο δε μέτωπο (στο κρανίο) είχαν τρύπα πιθανόν από χοντρό αιχμηρό αντικείμενο. Στην εκκλησία πιθανόν τα οστά που βρέθηκαν να είναι των καλογέρων που λειτουργούσαν το μοναστήρι και θάβονταν εκεί δίπλα.

Τα πρώτα σπίτια ήταν πλινθόκτιστα και αργότερα άρχισαν να κυριαρχούν τα πέτρινα σπίτια. Το μοναστήρι κτίστηκε δίπλα στην κοίτη του Ληθαίου ποταμού ο οποίος περνούσε τότε από εκεί που βρίσκεται σήμερα το νεκροταφείο. Αργότερα άλλαξε η κοίτη του ποταμού σε διάφορα σημεία. Για να πάει τότε κανείς στα Τρίκαλα, (οι νοικοκυραίοι με το γάιδαρο τους ή με το άλογό τους οι δε λιγότερο οικονομημένοι με τα πόδια), ακολουθούσε ένα μονοπάτι το οποίο διέσχιζε το ποτάμι και κατέληγε στα Κουτσομύλια. Αργότερα η επικοινωνία με την πόλη γινόταν μέσω της παλιοκάμαρας, ή από την πέτρινη καμάρα της οποίας δεν υπάρχουν πια ίχνη, κοντά στην οποία έγινε η σημερινή γέφυρα το 1951-1953 στην οποία και εργάστηκαν πολλά παιδιά από το χωριό. Η παλιοκάμαρα, καμάρα του Βαμβέτσου όπως λεγόταν, ένα ξεχασμένο και παρατημένο σήμερα γεφύρι με πέτρινες καμάρες αντικριστά στις όχθες, και ξύλινη στο υπόλοιπο μέρος της, χτίστηκε το 1925.
Η κάτω πλατεία είχε στο κέντρο της μια ραχούλα, ένα μπούκωμα, από αριστερά και δεξιά της ερχόταν υπό μορφή χειμάρρου το βρόχινο νερό, που κατέβαινε από τον κεντρικό δρόμο, κι από τον περιφερειακό. Τα νερά περνούσαν μπροστά από το σχολείο και μπροστά από το σπίτι του συγχωρεμένου Δημ.Γκιούρκη.
Η πάνω πλατεία ήταν καλντερίμι, πετρόκτιστη δηλαδή.
Χτισμένος ο οικισμός πάνω σε ύψωμα, δεν κινδύνευσε από την πλημύρα του Ληθαίου ποταμού, που έγινε το 1907, (αναφέρεται ότι στην πόλη των Τρικάλων τα θύματα ήταν πάνω από 120, περισσότερα από 1.200 σπίτια καταστράφηκαν και έμειναν άστεγοι 6.000). Από την ανατολική και νότια πλευρά του οικισμού ήταν το ποτάμι που ξεχείλιζε, απ’ την βόρεια πλευρά ήταν η περιφέρεια γεμάτη βούρλα, κι από τη δυτική πλευρά ένα επίπεδο χαμηλότερη η περιφέρεια και τα χωράφια από τον οικισμό, που τον χειμώνα γινόταν βάλτος από τις πολλές ανάβρες. Το νερό πέρασε γύρω από το χωριό χωρίς να κάνει ζημιές στα σπίτια.
Τα πολλά νερά, ο βαρκότοπος είχε και τα καλά του. Ήταν η χαρά των κυνηγών γιατί κατέβαιναν κοπάδια από παπιά, χηνάρια, ωτίδες, και καλιμάνες. Το τι γινόταν από μπεκάτσες και κοτσύφια και τσίχλες δεν λέγεται..
Για να πάνε προς το ζευγαρολίβαδο και στα χωράφια που είναι προς βορά, περνούσαν πάνω από δυο «καμαροπούλες» (πέτρινα τοξωτά μικρά γεφύρια τα οποία τα ‘’έφαγε’’ ο πολιτισμός με την ασφαλτόστρωση του δρόμου ) για να αποφύγουν τα νερά. Έσκαβε τότε κανείς με τα νύχια και έβρισκε νερό, το μέρος ήταν γεμάτο από ανάβρες. Δεν είναι τυχαία η ονομασία της περιοχής Λίμνη και Γαργάλες. Στην φλέβα η οποία σκάφθηκε τη δεκαετία του 1950 και οδηγούσε τα νερά στο ποτάμι, ψάρευαν κέφαλους, μπριάνες, μυλωνάδες αλλά και βδέλλες που κολλούσαν στα γυμνά πόδια των επίδοξων ψαράδων και ρουφούσαν το αίμα.
Άλλα 5 γεφύρια διευκόλυναν την πρόσβαση στα χωράφια γιατί η φλέβα είχε σχεδόν πάντα νερό: Ένα στη γαργάλα, ένα πιο πέρα στα καλάμια στο δρόμο προς Καλαμπάκας, ένα στην πάνω μάγκα ένα στην κάτω μάγκα και ένα εκεί που είναι σήμερα το σπίτι του Κώστα και Θωμά Κέμου. Τα τρία τελευταία ήταν από σασί αυτοκινήτων πάνω στα οποία έριξαν τσιμέντο. Τα δύο πρώτα υπάρχουν και σήμερα ανακαινισμένα.
Το ποτάμι ξεχείλισε κι άλλες φορές στη Βασιλική και πήγαιναν με τα τσαπιά και σήκωναν ανάχωμα. Μία απ’ αυτές, το 1939, μετά από καταρρακτώδη βροχή ξεχείλισε και πέρασε μέσα από το Ζευγαρολίβαδο, τα Ξεράβλακα και κατέβηκε στα Βουργάρικα (Βουλγάρικα) και κατόπιν πέρασε απέναντι στο Τρικαίογλου. Στο δρόμο της Καλαμπάκας, εκεί που είναι σήμερα το κέντρο Maxim υπήρχε μια καμάρα και πέρασε απέναντι στο Μεγάλο Κεφαλόβρυσσο .Ήταν τόσο ορμητικό το νερό, που «έσκαψε» το χώμα και κόντεψε να διαβρώσει και τη γραμμή, το δρόμο δηλαδή για την Καλαμπάκα. Έτσι αναγκάστηκαν να φέρουν φαγάνα και να σηκώσουν κανονικό ανάχωμα οπότε δεν ξαναβγήκε.
Βέβαια η κοίτη του ποταμιού έφτανε από το Κατίδι ως τη μεριά.
Αξιοσημείωτες είναι οι ονοματοθεσίες-περιοχές των κτημάτων της Σωτήρας:
Μάγγες, Κόρφος, Νησιά, Νταιλιάνες, Μάτια, (γιατί ήταν ένα ‘’μάτι’’ (πηγή) που έβγαζε πολύ νερό), Ψηλώματα, Ξεράβλακα, Αμμούδες, Γαργάλες, Λίμνη, Ζαβός φτελιάς, Σπανούρα, Ντάβια, Μεραδάκια, Παπαιωάννου, Κουλούρια, Κεραμαριά, Κόκκκοβα, Γκούμα, Σχολικό, Λόγγος, Μαυρόη, Τσαλιά, Αυλαή, Κουλούρια, (λόγω του ποταμιού),

1 σχόλιο:

  1. ΦΙΛΕ ΣΑΚΗ, Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΦΟΡΑ ΓΙΑ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ΚΑΛΗ.ΓΝΩΡΊΖΩ ΟΤΙ ΑΦΙΕΡΩΣΕΣ ΠΟΛΥ ΧΡΟΝΟ ΓΙΑ ΝΑ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΙΣ ΤΙΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ, ΑΛΛΑ ΑΞΙΖΕ ΤΟΝ ΚΟΠΟ, ΓΙΑΤΙ ΒΓΗΚΕ ΕΝΑ ΠΟΛΥ ΚΑΛΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή